12.9.10

poste restante

Όχι τόσο συχνά, πια. Καθόλου συχνά. Μια αισθήση πως μπορείς να λύσεις κάθε μου απορία, και δε θέλω να λύσω αυτή τη ψευδαίσθηση. Στιγμιαία ηδονή, επώδυνη, κοστίζει. Καμώνομαι πως δεν ξέρω ποιος είναι ο ήλιος, τι θα θεραπεύσει την ασίγαστη δίψα μου. Ενοχλητικοί ήχοι από πλήκτρα, παράφωνες ντίβες κι αποφθεγματικές διαθέσεις γύρω μου να με εξοργίζουν. Θέλω να λειάνω τις άκρες μου, να μπορώ να κυλήσω μέχρι την άκρη, ίσως και να πετάξω μια μέρα, ή... ναι. Αγαπάω εκείνα τα μαραφέτια που δεν αφήνουν τις φωνές να γερνάνε, να πεθαίνουν. Λείπουν, όμως, και ο φρέντι, και η τζάνις, και ο ρόρυ. Πρέπει να βιαστώ. Σίγουρα.